ηχολαλία

ηχολαλία
η мед. эхолалия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ηχολαλία" в других словарях:

  • ηχολαλία — η ιατρ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία ο ασθενής επαναλαμβάνει αυτόματα λέξεις ή φράσεις που προφέρονται από άλλο άτομο, αλλ. ηχοφρασία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. echolalia < echo (πρβλ. ήχος) + lalia (πρβλ. λαλια < λαλος… …   Dictionary of Greek

  • ήχος — Διάδοση σε ένα ελαστικό μέσο των ταλαντώσεων που μεταδίδει σε αυτό ένα ταλαντούμενο σώμα (ηχητική πηγή). Συνήθως ή. ονομάζεται και το αποτέλεσμα που παράγεται από τις ελαστικές ταλαντώσεις στο εσωτερικό αφτί. Για το φυσιολογικό ανθρώπινο αφτί, το …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»